6972755552 info@gonis.org.gr
 
ΓΟΝ.ΙΣ.

ΕΙΜΑΣΤΕ
ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΓΟΝΕΙΣ

ΥΠΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νίκη Παναγοπούλου Απ.Παν Πελ/νησου Τμ. Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής

 

  Υπογεννητικότητα είναι ο μειωμένος αριθμός γεννήσεων σε μία χώρα , ιδιαίτερα όταν αυτός ο αριθμός είναι μικρότερος ή όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό των θανάτων. Έτσι, μια χώρα στερείται σημαντικό δυναμικό για μακροπρόθεσμη χρήση και ο πολιτισμός της αδυνατεί να μεταφερθεί από γενιά σε γενιά.

Σε παγκόσμια κλίμακα, παρατηρήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες το φαινόμενο της υπογεννητικότητας. Σχετίζεται κυρίως με την ένταξη των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία καθώς και με την ευκολότερη πρόσβαση σε μεθόδους αντισύλληψης.

Η υπογεννητικότητα αποτελεί μείζον πρόβλημα για την Ελλάδα, αφού οι γεννήσεις βρίσκονται σε σταθερά πτωτική πορεία από το 2008 (ΕΛΣΤΑΤ), με αποτέλεσμα ο μέσος όρος του πληθυσμού της χώρας να είναι σήμερα άνω των 43 ετών. Το παράδοξο είναι ότι ενώ πολλά ζευγάρια έχουν την πρόθεση να αποκτήσουν παιδιά, τελικά κάνουν πίσω.

   Υπογεννητικότητα υπάρχει σε μία χώρα, όταν ο αριθμός γεννήσεων ανά έτος είναι μικρότερος ή όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό θανάτων. Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat στην Ελλάδα, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 60.500 το 2012 και την 1η Ιανουαρίου 2013 έφτασε τους 11,06 εκατομμύρια κατοίκους. Το 2012 καταγράφηκαν 100.400 γεννήσεις και 116.700 θάνατοι, ενώ την ίδια χρονιά εγκατέλειψαν την Ελλάδα πάνω από 44.000 από τους κατοίκους της.



Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στην απογραφή του 2001 η Ελλάδα είχε μόνιμο πληθυσμό που ανερχόταν στους 10.964.020 κατοίκους, αριθμός που στην απογραφή του 2011 μειώθηκε στους 10.816.286 κατοίκους.

Τα παραπάνω στοιχεία συνεπάγονται με μείωση του πληθυσμού κατά 147.000 περίπου.

Δημογραφικά χαρακτηριστικά


  • Ο πληθυσμός των ανεπτυγμένων χωρών μειώνεται και γερνά.

  • Έως το 2050 το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας πληθυσμιακής αύξησης θα προέρχεται από αναπτυσσόμενες χώρες.

  • Η Ευρώπη υφίσταται τα τελευταία χρόνια μια δημογραφική διαίρεση με τον ευρωπαϊκό βορρά να εμφανίζει σχετικά υψηλούς δείκτες γονιμότητας, ενώ αντίστοιχα ο νότος παρουσιάζει σημάδια υπογεννητικότητας και γήρανσης.

  • Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα δημογραφικό αδιέξοδο. Η πορεία της ελληνικής γονιμότητας μεταπολεμικά χαρακτηρίστηκε από άνθηση με ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο αυτή μεταξύ 1960-1980.

  • Από το 1980 και μετά όμως η ελληνική γονιμότητα κατέρρευσε φτάνοντας στο 2011 όταν οι γεννήσεις ήταν λιγότερες από τους θανάτους (αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων) ,για πρώτη φορά από το 1944.


Ο ελληνικός πληθυσμός παρουσίασε ραγδαία αύξηση (16%) την εικοσαετία ’60-’80. Αυτό όμως δεν συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με αποτέλεσμα η κάθε Ελληνίδα να μη γεννά τα δύο παιδιά που απαιτούνται ώστε, κατά μέσο όρο, να φέρει στη ζωή μια κόρη που θα την αντικαταστήσει. Προκειμένου το ισοζύγιο να είναι θετικό , κάθε ζευγάρι θα πρέπει να κάνει τουλάχιστον δύο παιδιά, έτσι ώστε να υπάρχουν οι απόγονοί τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στην Ελλάδα οι αριθμοί γεννήσεων και θανάτων δίνουν αρνητικό πρόσημο.

Ενδεικτικό στοιχείο της δυσμενούς κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα ήταν το ισοζύγιο γεννήσεων/θανάτων το 2015 όταν ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε τον αριθμό των γεννήσεων κατά περίπου 30 χιλιάδες.

Η δημογραφική κατάρρευση του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όταν οι γεννήσεις ανά έτος μειώθηκαν από τις 150.000 στις 100.000 φτάνοντας στο 2011 που για πρώτη φορά μεταπολεμικά ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων.

Η πιο δυσοίωνη πρόβλεψη όμως συνοψίζεται στη βαθιά γήρανσή του η οποία σταδιακά θα συντελεστεί: από το συνολικό πληθυσμό των 6,5 - 8 εκατομμύριων το 2050, τα 3,4 εκατομμύρια (36%) θα είναι άνω των 65 ετών.

Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά την εξαετία 2010-2016 μειώθηκε ο πληθυσμός της χώρας κατά 370.000 περίπου άτομα.

Την περίοδο 1960-2015 το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού και των νέων της χώρας μειώθηκε κατά 15% περίπου, ενώ ο πληθυσμός άνω των 65 ετών τετραπλασιάστηκε.

Το 1960 μόλις το 7% του πληθυσμού ήταν ηλικίας άνω των 65, ενώ το 27% ήταν ηλικίας κάτω των 14. Το 2015, η σύνθεση του πληθυσμού ήταν εντελώς διαφορετική με το 20% να είναι άνω των 65 ετών, και μόλις το 15% κάτω των 14 ετών.


Όλο και μικραίνει ο δείκτης παιδιά ανά οικογένεια και ο αριθμός των γεννήσεων πραγματοποιείται όλο και σε μεγαλύτερη ηλικία,σύμφωνα με το πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το Δημογραφικό που συζητείθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι την δεκαετία του ’50 οι γεννήσεις 4 και άνω παιδιών ήταν γύρω από τις 20.000 ενώ αυτές του 2013 μόλις υπερέβησαν τις 3.000. Οι τάσεις αυτές συμβαδίζουν προφανώς με την συρρίκνωση και προοδευτική εξαφάνιση των πολύτεκνων οικογενειών.


Ο αριθμός παιδιών έχει μειωθεί στο 1 με 2. Στην Ελλάδα από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 κιόλας, ο δείκτης γονιμότητας πέρασε κάτω από το 1,5 παιδί ανά γυναίκα. Έκτοτε παραμένει πολύ χαμηλά, φτάνοντας ως και στο 1,23 το 1999.



 Αιτίες του δημογραφικού προβλήματος



       ΓΕΝΙΚΕΣ 


➢ Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 λειτούργησε καταλυτικά ώστε να αποκαλύψει και να εντείνει την ήδη υπάρχουσα δυσμενή δημογραφική θέση της χώρας.

➢ Το άνισα κατανεμημένο νοσοκομειακό και μαιευτικό δίκτυο της χώρας επιβάρυνε τις ακριτικές και παραμεθόριες περιοχές της χώρας.

➢ Η μειωμένη λόγω της οικονομικής κρίσης κρατική δαπάνη στα περιφερειακά και μη νοσοκομεία.

➢ Η δυσκολία των γυναικών που ζουν σε απομακρυσμένες νησιωτικές και ηπειρωτικές περιοχές να λαμβάνουν ολοκληρωμένες μαιευτικές και γυναικολογικές υπηρεσίες.

➢ Η Μετανάστευση: Από το 2008 πάνω από 400,000 νέοι Έλληνες έχουν φύγει από την Ελλάδα.

         ΕΙΔΙΚΕΣ 

Αναντίρρητα, τα αίτια της υπογεννητικότητας ποικίλλουν.

Βασικό αίτιο αποτελεί η υλιστική μανία του ανθρώπου. Η εμμονή του να αποκτήσει υλικά αγαθά έχει ως αποτέλεσμα να εστιάσει όλη του την προσοχή σε αυτό και να μην έχει ως προτεραιότητα τη δημιουργία οικογένειας.

Επιπλέον, οι οικονομικοί λόγοι αποτελούν άλλο σημαντικό αίτιο. Συγκεκριμένα, η οικονομική κρίση με τις δυσκολίες και την ανασφάλεια που δημιουργεί οδηγεί πολλούς νέους να μην δημιουργούν οικογένεια, καθώς δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά.

Πολύ σημαντικό αίτιο της υπογεννητικότητας αποτελεί και η δυσκολία στη δημιουργία ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων. Η δημιουργία επιδερμικών σχέσεων, η έλλειψη κατανόησης και επικοινωνίας μεταξύ των συντρόφων, αλλά και η αύξηση των διαζυγίων δημιουργούν στους νέους ανασφάλεια και τους αποτρέπουν από τη δημιουργία οικογένειας. Όπως είχε αναφέρει ο James McHale στη μελέτη του με τίτλο « Οι οικογένειες διαμέσου του χρόνου» , η επιτυχημένη συνεργασία των γονέων στην ανατροφή των παιδιών μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας και διαλόγου ανάμεσα στο ζευγάρι πριν από τη γέννηση του παιδιού. Πολλά ζευγάρια, τη σημερινή εποχή, λόγω της έλλειψης διαλόγου και επικοινωνίας αποφασίζουν να χωρίσουν , χωρίς να προσπαθήσουν.

Το διαζύγιο καθώς και τα παιδιά εκτός γάμου παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πρόβλημα της υπογεννητικότητας.

Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει οτι οι παντρεμένοι κάνουν 2-3 παιδιά ενώ οι διαζευγμένοι χωρίζουν έχοντας μόλις 1-2. Αναμφίβολα, ενώ ουσιαστικά "χρωστούν" ακόμα 1 παιδί , είναι δύσκολο να προχωρήσουν σε δημιουργία νέας οικογένειας λόγω δυσκολιών αλλά και λόγω της αρνητικής  εμπειρίας.

Δεδομένου ότι σε μια κοινωνία αυξάνει ο συλλογικός πλούτος, η προτεραιότητα των αναγκών μετατοπίζεται στην προσωπική αυτοπραγµάτωση («ανάγκες ανώτερης τάξης»). Επιπλέον, αυτή η αλλαγή έχει επιπτώσεις στα πρότυπα ανθρώπινης συμπεριφοράς (Inglehart και Baker, 2000, Inglehart και Welzel, 2005). Όσον αφορά, λοιπόν, τις σχέσεις των δύο φύλων και τη δημιουργία οικογένειας, καθώς περισσότερο βάρος δίδεται στην ατομική αυτοπραγμάτωση, οι άνθρωποι προτιμούν να εκπληρώσουν τους δικούς τους στόχους αντί να εισέρχονται σε καθεστώς γάμου ή να γίνουν γονείς (Buchmann, 1989 και Preston 1986).

Εν ολίγοις, η ιδεατική θεωρία εκλαμβάνει τον αυτο-προσανατολισμό, την εξατομίκευση (που διαφοροποιείται από τον ατομικισμό) και την ανακλαστική/ αναστοχαστική επιδίωξη στόχων ως μία από τις κινητήριες δυνάμεις πίσω από την αλλαγή των σχέσεων και των προτύπων γονιμότητας στις αναπτυγμένες χώρες. Έτσι, είναι συνηθισμένο στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης να παρατηρείται αύξηση των γεννήσεων εκτός γάμου, παιδιά που μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι με έναν ή κανέναν από τους βιολογικούς τους γονείς, γυναίκες και άνδρες που δεν αποκτούν την ιδιότητα του γονιού και η ανατροφή των παιδιών από έναν γονιό. ( ΕΡΕΥΝΑ ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ ΣΕΛ 44

Επιπροσθέτως, η επιθυμία των ανθρώπων να ανέλθουν επαγγελματικά, η εμμονή με την καριέρα τους και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, λόγω των αυξημένων ωραρίων εργασίας και του γρήγορου ρυθμού ζωής αποτελούν επίσης κατασταλτικό παράγοντα της γεννητικότητας.



Υπογεννητικότητα και οικονομική κρίση



Πριν το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής ύφεσης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το ποσοστό γονιμότητας ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Όμως, από το 2009 και μετά τα ποσοστά γονιμότητας κατέρρευσαν ακολουθώντας την καθοδική πορεία της οικονομίας. Η απόφαση απόκτησης ενός παιδιού σχετίζεται με την ικανότητα του νοικοκυριού να καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του κόστους της εγκυμοσύνης. Στην Ελλάδα, η μέση δαπάνη τοκετού σε ένα δημόσιο νοσοκομείο κυμαίνεται από €800 έως €1.500 ενώ η αντίστοιχη σε ιδιωτική κλινική από €1.500 έως €2.800, χωρίς να συνυπολογίζονται επιπλέον έξοδα όπως αμοιβές γιατρών (στον ιδιωτικό τομέα), εξετάσεις. Αναμφίβολα, η οικονομική κρίση έχει συμβάλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό στο πρόβλημα της υπογεννητικότητας. Πολλά ζευγάρια έχουν χτυπηθεί από την ανεργία και δεν έχουν ούτε το βασικό εισόδημα, γεγονός που τους απομακρύνει από την ιδέα δημιουργίας οικογένειας. Επίσης, και σε περίπτωση που εργάζονται, οι μισθοί για πολλούς από αυτούς είναι πενιχροί και τα ποσά που χρειάζονται από την εγκυμοσύνη κιόλας είναι ιδιαίτερα υψηλά. Έτσι , πολλά ζευγάρια αναβάλλουν συνεχώς τη δημιουργία οικογένειας καθώς αποσκοπούν σε καλύτερη δουλειά, σε ενδεχομένως μεγαλύτερο μισθό, έτσι ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες που έχει μία οικογένεια.

Παράγοντες που επηρεάζουν την υπογεννητικότητα


  • Οι οικονομικές συνθήκες συμβάλλουν φανερά στην απόφαση ενός ζευγαριού να μεγαλώσουν την οικογένειά τους.

  • Η αύξηση των διαζυγίων.

  • Τα ζευγάρια στη σημερινή εποχή εργάζονται σκληρά, κουράζονται και βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμου άγχους.

  • Η ανεργία. Η οικονομική αβεβαιότητα που μαστίζει τους άνεργους συντελεί στην αποφυγή πραγματοποίησης οικογένειας καθώς η πλειονότητα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά. Μάλιστα πολλοί άνθρωποι θέλουν πρώτα να καταξιωθούν επαγγελματικά και μετά να προχωρήσουν στη δημιουργία οικογένειας έτσι ώστε να προσφέρουν στα παιδιά τους τα καλύτερα εφόδια.



Ελλάδα 


Το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας είναι προφανές. Η διάμεσος ηλικία το 1960 (ηλικία που χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο ισόποσες ηλικιακές ομάδες) ήταν 31 έτη, ενώ το 2015 άγγιξε τα 43 έτη και αναμένεται να αυξηθεί κατά 5-8 έτη έως το 2050.

Η συνεχώς γηράσκουσα ελληνική κοινωνία δεν έχει στηριχθεί διαχρονικά από την πορεία της γονιμότητας αφού πέραν της περιόδου 1960-1980 (θετικά επηρεασμένης από το μεγάλο αριθμό γεννήσεων) ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται στο 1,3, σταθερά κάτω από το όριο αντικατάστασης γενεών των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα.

Ως αποτέλεσμα, η χώρα γερνά και σε λίγα χρόνια, ο εργασιακά ενεργός πληθυσμός θα δυσκολεύεται να συντηρήσει τον ανενεργό. Η μείωση του επιπέδου γονιμότητας έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο έναν βραδύτερο ρυθμό αύξησης του πληθυσμού αλλά και έναν συνολικά ηλικιωμένο πληθυσμό.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι εκτός γάµου γεννήσεις εµφάνισαν σηµαντική αύξηση το 2005 φθάνοντας τις 5.485, µε ποσοστό 51,0 επί 1000 γεννήσεων ζώντων, ενώ το 2004 ήταν 5.382, µε ποσοστό 50,9 και το 1994 2.982, µε ποσοστό 28,7. Έχει αποδειχθεί ότι το 44% των Ελληνίδων κάνει μόνο ένα παιδί, το 38% κάνει 2 παιδιά, το 12% κάνει 3 παιδιά και μόλις το 4,8% των Ελληνίδων πάνω από 4 παιδιά.  ΕΛΣΤΑΤ .  , Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα ,  ΕΛΣΤΑΤ 2011


Οι ίδιες κοινωνικές αλλαγές που είχαν τα ίδια αποτελέσματα και στις άλλες κοινωνίες, και επιπλέον και η μεγάλη οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων, επηρέασαν δραματικά τις γεννήσεις στη χώρα μας. Πλέον τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα γεννιούνται λιγότερα από 100.000 παιδιά τον χρόνο, για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται στοιχεία. Πια μόνο στην Κρήτη και τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου γεννιούνται περισσότεροι από όσους πεθαίνουν.

Η διάμεση ηλικία των Ελλήνων πλέον φτάνει τα 44 έτη (από 39 το 2000 και 30 το 1960). To 1999 o δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας έφτασε στο ναδίρ του 1,23, κάτω δηλαδή από το όριο της "ακραία χαμηλής γονιμότητας". Έκτοτε υπήρξε μια μικρή αύξηση (το επονομαζόμενο "rebound" ή "catching-up effect" που συνήθως ακολουθεί μεγάλες πτώσεις της γονιμότητας) αλλά ο δείκτης παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 2016 ήταν στο 1,38. ( ΒΗΜΑ ΙΑΝ 2019 ) 


   Πόσα παιδιά κάνει μια ελληνική οικογένεια;

 

Ο αριθμός μελών ανά οικογένεια μειώνεται, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο αριθμός των ατέκνων.

Με βάση τα στατιστικά της απογραφής του 2001, οι συζυγικές οικογένειες είχαν στην πλειονότητά τους δύο παιδιά.

Ωστόσο τα δημογραφικά στατιστικά του 2011 δείχνουν:

  • άνω του 65% των ζευγαριών (παντρεμένων και συμβιούντων) έχουν ένα ή κανένα παιδί
  • το 27% έχουν δύο παιδιά και μόλις
  • το 7% έχουν τρία ή παραπάνω παιδιά.
  • Επίσης, το 37% των παντρεμένων ζευγαριών και το 85% των ζευγαριών που συμβιώνουν, χωρίς να έχουν παντρευτεί, δεν έχουν παιδιά. 


     Τι λενε τα στοιχεία ; 

Πλέον στις οικονομικά πιο ευκατάστατες χώρες της Ευρώπης λιγότερο από το 25% των γυναικών ηλικίας 26 ετών είναι παντρεμένες -το 1990 το ποσοστό ήταν 50%. Παρ’ όλα αυτά αυτό το φαινόμενο επηρέασε ελάχιστα τη γονιμότητα. Σε κάποιες χώρες όπως η Γαλλία, μάλιστα, η μείωση των γάμων δεν την επηρέασε καθόλου -απλά αυξήθηκαν οι εκτός γάμου γεννήσεις. Στην Ελλάδα μπορεί να έχουμε το μικρότερο ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου (9,4%) από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη, αλλά σε 11 άλλες χώρες οι γεννήσεις εκτός γάμου είναι περισσότερες από τις γεννήσεις εντός (στην Ισλανδία 7 στις 10 γεννήσεις είναι εκτός γάμου).   ( ΔΙΑΝΟΗΣΗ ) 

Είναι αλήθεια πως αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον τρόπο ζωής των πολιτών σε ολόκληρη την ήπειρό μας είναι πολλές και πολύ μεγάλες. Πλέον 1 στα 3 νοικοκυριά στην Ε.Ε. είναι ενήλικες που ζουν μόνοι τους. Το 20% των ανδρών ηλικίας άνω των 55 που έχουν χωρίσει στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει η έρευνα, "επενδύουν σε επόμενο κύκλο γάμου και αποκτούν και παιδί".

Το 2008 ένα 58,4% των Ελλήνων ηλικίας 18-34 ζούσε με τους γονείς του. Το 2017 το ποσοστό είχε εκτοξευτεί στο 66,7%. Κι αυτό εξηγείται μόνο εν μέρει από την οικονομική κρίση και την ανεργία: σήμερα οι μισοί Έλληνες νέοι που έχουν πλήρη απασχόληση ζουν με τους γονείς τους. (ΕΛΣΤΑΤ )

 

Στην Ελλάδα οι αλλαγές αυτές έχουν ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 κιόλας, όταν ο δείκτης γονιμότητας πέρασε κάτω από το 1,5, ένα κρίσιμο όριο. Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, "καμία κοινωνία που έχει πέσει κάτω από αυτό το επίπεδο μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει να επιστρέψει ξανά πάνω από αυτό". Οι ίδιες κοινωνικές αλλαγές που είχαν τα ίδια αποτελέσματα και στις άλλες κοινωνίες, και επιπλέον και η μεγάλη οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων, επηρέασαν δραματικά τις γεννήσεις στη χώρα μας. Πλέον τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα γεννιούνται λιγότερα από 100.000 παιδιά τον χρόνο, για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται στοιχεία. Πια μόνο στην Κρήτη και τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου γεννιούνται περισσότεροι από όσους πεθαίνουν.

Η διάμεση ηλικία των Ελλήνων πλέον φτάνει τα 44 έτη (από 39 το 2000 και 30 το 1960). To 1999 o δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας έφτασε στο ναδίρ του 1,23, κάτω δηλαδή από το όριο της "ακραία χαμηλής γονιμότητας". Έκτοτε υπήρξε μια μικρή αύξηση (το επονομαζόμενο "rebound" ή "catching-up effect" που συνήθως ακολουθεί μεγάλες πτώσεις της γονιμότητας) αλλά ο δείκτης παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 2016 ήταν στο 1,38. (ΔΙΑΝΟΗΣΗ )


     Οι Ελληνίδες κάνουν πολύ λίγα παιδιά.

Μόνο ένα 8,3% των Ελληνίδων που γεννήθηκαν το 1955 δεν έκαναν κανένα παιδί στην αναπαραγωγική τους ηλικία. Στις Ελληνίδες που γεννήθηκαν το 1965, όμως, το ποσοστό ήταν 16,3%. Είπαμε, όμως, ότι το θέμα της γονιμότητας δεν είναι τόσο απλό.


Στην Αγγλία και την Αυστρία, για παράδειγμα, το ποσοστό των γυναικών που δεν κάνουν κανένα παιδί είναι υψηλότερο από της Ελλάδας: περίπου 20% και στις δύο χώρες. Ο δείκτης γονιμότητας στις δύο χώρες όμως είναι πολύ διαφορετικός: 1,8 στην Αγγλία, και 1,53 στην Αυστρία. Ο λόγος είναι το μέγεθος των οικογενειών -στην Αγγλία είναι πολύ περισσότερες οι οικογένειες που έχουν τρία παιδιά, ενώ στην Αυστρία είναι πιο κοινές οι οικογένειες που έχουν ένα. Και οι δύο χώρες, πάντως, είναι σε καλύτερα επίπεδα από την Ελλάδα.(ΒΗΜΑ ΙΑΝ 2019 ) 


Το ποσοστό των εκτός γάμου γεννήσεων ήταν 2% το 1990, το 2017 αγγίζει το 9%.

Αποκαλυπτικά είναι τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (EΛΣΤΑΤ) για το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2019, τα οποία σκιαγραφούν την τρέχουσα δημογραφική, κοινωνική και οικονομική εικόνα των νοικοκυρών με τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο.

Στην Ελλάδα, λοιπόν, υπάρχουν 4.134.540 «ανθεκτικές» οικογένειες. Από αυτές οι 1.852.311 διαθέτουν από ένα έως εννέα μέλη, ενώ μόλις 2.216 οικογένειες φιλοξενούν πάνω δέκα. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι 3.021.425 είναι πυρηνικές οικογένειες -που δημιουργήθηκαν δηλαδή έπειτα από γάμο και περιλαμβάνουν μόνο τους συζύγους ή και τα παιδιά τους- εκ των οποίων οι 1.570.422 είναι παντρεμένα ζευγάρια με τουλάχιστον ένα τέκνο. Μάλιστα, η ηλικία των γονιών σε 1.201.808 οικογένειες κυμαίνεται από τα 40 έως τα 49 έτη, ενώ το προσδόκιμο ζωής των γιαγιάδων φθάνει τα 83,9 έτη και των παππούδων τα 78,8 έτη. ( ΕΛΣΤΑΤ )


  Γαμηλιότητα-Διαζυγιότητα, Μέγεθος και Σύνθεση Νοικοκυριών


Τα κεντρικά ερωτήματα που θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο πλαίσιο της παρούσης ενότητας είναι τα ακόλουθα:

• Ποιες είναι οι μεταβολές στην Ελλάδα σε σχέση με τη δημιουργία οικογένειας (γάμοι και διάλυση αυτών), κατά την περίοδο πριν και μετά την οικονομική κρίση και σε ποιο βαθμό οι γάμοι διαλύονται ευκολότερα ή/και ταχύτερα σήμερα;

• Σε ποιο βαθμό τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης οικογένειας στην Ελλάδα, λόγω της ύφεσης, αναδεικνύουν στοιχεία σημαντικών μεταβολών ή απλά δείχνουν την αναδιαμόρφωση της δομής της;

• Τι γίνεται με την ανεξαρτητοποίηση των νέων; Σε τι ηλικία αποχωρούν οι νέοι και οι νέες από την πατρική στέγη και πότε δημιουργούν δική τους προσωπική διαδρομή;

Τα στοιχεία για τους γάμους στη χώρα μας, φανερώνουν ότι οι πολιτικοί γάμοι αυξάνονται κάθε χρονιά, και έτσι το 2013 περίπου εξισώνονται, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους με τους θρησκευτικούς: Το 2013 από τους συνολικά 51.256 γάμους που τελέστηκαν οι 25.624 (50%) ήταν θρησκευτικοί, ενώ οι 25.632 (50%) ήταν πολιτικοί. Μέχρι και το 2016 όμως οι πολιτικοί γάμοι υπερέχουν των θρησκευτικών (Κιντή, 2017).

Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που δείχνει την αλλαγή στη νοοτροπία, αφενός που έχουν οι άνθρωποι γύρω από το είδος του γάμου που αποφασίζουν να τελέσουν, αφενός, και αφετέρου στην επίδραση της οικονομικής κρίσης, η οποία μάλλον επηρεάζει για την αλλαγή αυτή.

 Επιπλέον, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η μέση ηλικία των γυναικών κατά τον πρώτο γάμο, για το 2008 στην Ελλάδα, ήταν 28,9 έτη, ενώ το 2016 ανήλθε σε 30,1 έτη. Η αντίστοιχη μέση ηλικία των ανδρών για τα ίδια έτη ήταν 32,4 και 33,2 έτη.

Στο σύνολο των 49.632 γάμων το 2016, οι γυναίκες που τέλεσαν πρώτο γάμο ήταν 43.705 ενώ οι άνδρες ήταν 43.334. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η πλειονότητα πρώτων γάμων για τις γυναίκες αφορά στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών, ενώ για τους άνδρες στην ηλικιακή ομάδα 30-34 ετών.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός είναι ότι ο αριθμός των συμφώνων συμβίωσης, εξακολουθεί να είναι περιορισμένος, αν και μεταξύ 2012 και 2013 σημειώνεται αύξηση περίπου κατά 85% (από 314 ανήλθαν σε 681). Όπως αναφέρεται ειδικότερα (ΕΛΣΤΑΤ 2014, σ. 10): «Για τη χρονική περίοδο από το 2009 (πρώτο έτος εφαρμογής τους) έως το 2013, τα Σύμφωνα Συμβίωσης ανέρχονται σε 161, 180, 185, 314 και 581 αντίστοιχα, δηλαδή καταγράφηκαν συνολικά 1.421 Σύμφωνα Συμβίωσης στο σύνολο της χώρας». Όπως φαίνεται από το Διάγραμμα 3.35, το έτος 2016 προσεγγίζουν τα 3.799. (Λ. ΜΑΡΑΤΟΥ-ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ Εγκέφαλος 2010, 47(2):55-66.)

Το μέσο μέγεθος των οικογενειών διαφοροποιείται και εμφανίζεται πιο αυξημένο ανάμεσα στα παντρεμένα άτομα (3,1 άτομα), ενώ μειώνεται ανάμεσα στους συμβιούντες και στους μόνους γονείς (2,5 και 2,4 αντίστοιχα άτομα)


Η ύπαρξη παιδιών συνδέεται με τη μορφή οικογένειας. Έτσι, 100% των μόνων γονέων, 65% των οικογενειών με παντρεμένους συζύγους και μόνο 30% από τις οικογένειες με συμβιούντες συντρόφους έχουν παιδιά 

Διερευνώντας στη συνέχεια τον αριθμό των παιδιών ανά τύπο οικογένειας διαπιστώνουμε ότι οι συμβιούντες και οι μόνοι γονείς έχουν λιγότερα παιδιά απ'ότι οι παντρεμένοι. Ακόμη, οι συμβιούντες και οι μόνοι γονείς περιλαμβάνονται πιο συχνά στην κατηγορία με ένα μόνο παιδί, ενώ οι παντρεμένοι γονείς αντίθετα έχουν περισσότερο συχνά 2 παιδιά. Στην κατηγορία ωστόσο 3 ή περισσότερα παιδιά, η αναλογία δεν διαφοροποιείται στις οικογένειες με παντρεμένους ή συμβιούντες συντρόφους (13%) και, όπως είναι αναμενόμενο μειώνεται στο 5% ανάμεσα στους μόνους γονείς.  


Οι δομικές αλλαγές που παρατηρούνται στον θεσμό της οικογένειας, η ανάδυση νέων κοινωνικών καταστάσεων σε συνδυασμό με τις αλλαγές στις συμπεριφορές και στις αντιλήψεις των ατόμων για την συμβίωση, τη συντροφικότητα, διαφοροποιούν, όπως είδαμε και στη χώρα μας, τις μορφές της οικογένειας και τις ατομικές επιλογές στον ιδιωτικό βίο και συντελούν στην στη διαρκή αύξηση της παρουσίας νέων σχημάτων οικογενειακής ζωής (όπως συμβίωση χωρίς γάμο, μονογονεϊκές οικογένειες, μοναχικά άτομα στο ευκολότερο διαζύγιο κλπ).

Στην Ελλάδα κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η γαμηλιότητα υποχωρεί προοδευτικά, με την συρρίκνωση του αδρού δείκτη γαμηλιότητας ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Διαχρονικά μειώνεται η αναλογία πρώτων γάμων ως προς το σύνολο των γάμων με αύξηση του ποσοστού των διαζευγμένων που συνάπτουν νέο γάμο, ενώ από τη δεκαετία του 1990 καταγράφεται έντονη αύξηση των διαζυγίων. (Λ. ΜΑΡΑΤΟΥ-ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ Εγκέφαλος 2010, 47(2):55-66.)


     Εξέλιξη του αδρού δείκτη διαζυγιότητας

Αναφορικά με τα διαζύγια, εκείνο το οποίο αξίζει να αναφερθεί είναι ότι ο αριθμός τους παραμένει σχεδόν σταθερός κατά την τριετία 2008-2010. Από 13.163 το 2008 ανήλθαν σε 13.607 το 2009 και σε 13.275 το 2010. Η περίπου γραμμική αυτή εξέλιξη φαίνεται να διατηρείται αδρά μέχρι το 2013, που είναι και η χρονιά με τον υψηλότερο αριθμό μετά το 1960. Το 2016 ο αριθμός των διαζυγίων ανέρχεται σε 11.013. Την πρωτιά διατηρούν τα συναινετικά διαζύγια. Στο πλείστον των περιπτώσεων ο γάμος λύεται μετά τα 10 έτη.


Η μεγαλύτερη, σε σχέση με το παρελθόν διάρκεια ζωής, φαίνεται να είναι ένας καταλυτικός παράγοντας για την αυξητική τάση των διαζυγίων. Οι άνθρωποι στη μέση και τρίτη ηλικία νιώθουν ότι η σχέση του (πρώτου) γάμου τους ολοκληρώθηκε -τελείωσε, έτσι ξαναπαντρεύονται και αποκτούν παιδιά από τον δεύτερο γάμο. Δηλαδή, έχουμε αύξηση των δεύτερων και τρίτων γάμων κοκ. Κατ’ εκτίμηση, περίπου 20% των ανδρών άνω των 55 ετών επενδύει σε επόμενο κύκλο γάμου και αποκτά και παιδί.

Το κυρίαρχο χρονικά διάστημα των διαζυγίων είναι η μέση ηλικία των 45- 65 ετών. Άλλωστε, από τα αποτελέσματα της ΕΛΣΤΑΤ, φαίνεται ότι πάνω από το 81,5% των διαζυγίων του 2016 προέρχονται από γάμους «δέκα ετών και άνω», ενώ το ίδιο έτος καταγράφηκαν 1.801 άνδρες ηλικίας 40-44 ετών και 1.690 άνδρες 45-49 ετών που πήραν την απόφαση να γυρίσουν σελίδα στη ζωή τους.  ( ΕΡΕΥΝΑ ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ ΣΕΛ 157- 160


Στην Ελλάδα μέχρι το 2000 το φαινόμενο των διαζυγίων παραμένει ένα περιθωριακό φαινόμενο στην ζωή των ζευγαριών:  Έως το 1984 ο αδρός δείκτης διαζυγίων παραμένει σταθερός και κινείται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (λιγότερα από 5 διαζύγια επί 10.000 κατοίκων), κατά τη διάρκεια της περιόδου 1984 -1992 (αλλαγή του θεσμικού πλαισίου) ακολουθεί ανοδική πορεία, σταθεροποιείται στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας (6-8 διαζύγια επί 10.000 κατοίκων). Μετά το 1995 καταγράφεται έντονη αύξηση και το 2007 ανέρχεται σε 12 διαζύγια επί 10.000 κατοίκων. Κατά την τελευταία εικοσαετία αυξήθηκε σημαντικά η ένταση του φαινομένου. (ΕΛΣΤΑΤ


Με βάση την εξέλιξη του αδρού δείκτη διαζυγιότητας θα μπορούσαν να διακριθούν τέσσερις περίοδοι. Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές του αδρού δείκτη διαζυγιότητας και φτάνει έως το 1978. Το 1979 θεσπίζεται το αυτόματο διαζύγιο για ζευγάρια τα οποία βρίσκονται σε μακροχρόνια διάσταση (υπερεξαετή διάσταση) με τον N. 868/79. Η δεύτερη αυτή περίοδος, ξεκινώντας από το 1979 διαρκεί μία δεκαετία περίπου (μέχρι τις αρχές του 1990), με αύξηση του αδρού δείκτη.


Κατά τη δεκαετία του 80, η δυνατότητα του αυτόματου διαζυγίου προκαλεί μία σαφή αύξηση της διαζυγιότητας, ρυθμίζοντας τις εκκρεμότητες νεκρών γάμων και αυξάνοντας τον αριθμό των διαζυγίων κατά 10% μέσα σε ένα έτος. Ακόμη, ο νόμος 1329 του 1983 με τον οποίο προωθείται ο εκσυγχρονισμός του Οικογενειακού Δικαίου, θεσμοποιεί επίσης το συναινετικό διαζύγιο, διευκολύνοντας ακόμη περισσότερο την διάλυση των ανεπιθύμητων γάμων.

Πράγματι, ο νέος νόμος οδήγησε σε περαιτέρω και συγκριτικά σημαντικότερη αύξηση των διαζυγίων, με τον αδρό δείκτη να ανέρχεται σε 9‰. Κατά την πενταετία 1990-1995 ο αδρός δείκτης φαίνεται να σταθεροποιείται. Την σταθεροποίηση ακολουθεί μία νέα περίοδος διαρκούς αύξησης του δείκτη, ο οποίος το 2006 φτάνει την μέγιστη τιμή του 1,3‰.

Όπως διαπιστώνουμε την τελευταία εικοσαετία αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός και η συχνότητα των διαζυγίων.(Symeonidou, Mitsopoulos, 2003, Prioux, 2006).




Συμπεράσματα-Μέτρα για την καταπολέμηση της υπογεννητικότητας


Πράγματι, από τα μέχρι στιγμής δεδομένα, τα πολύ χαμηλά επίπεδα γονιμότητας θα μπορούσαν να αποδοθούν -εν μέρει- στην καθυστέρηση απόκτησης παιδιών και σχηματισμού οικογένειας από τις νεαρές γυναίκες και φαίνεται να συμφωνούν με θέσεις και απόψεις άλλων αντίστοιχων μελετών και απόψεων (βλ. π.χ. Sobotka, 2004).

Η σημαντική άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου των γυναικών, η δυσκολία συνδυασμού της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή λόγω έλλειψης κατάλληλων υποστηρικτικών δομών, τα υψηλά ποσοστά ανδρικής ανεργίας και η γενικότερη αβεβαιότητα στο οικονομικό και εργασιακό περιβάλλον είναι κάποιοι επιπλέον λόγοι που ερμηνεύουν αφενός την καθυστέρηση απόκτησης του πρώτου παιδιού και αφετέρου τη διστακτικότητα πολλών ζευγαριών στην απόκτηση δεύτερου ή περισσότερων παιδιών (Billari, 2008).

Η μείωση της γονιμότητας, ο περιορισμός των γάμων, η αύξηση των διαζυγίων και οι συνεχώς αυξανόμενες αναλογίες των εκτός γάμου γεννήσεων δείχνουν την αδυναμία των συστημάτων κοινωνικής προστασίας/πρόνοιας τα οποία δεν φαίνεται (σε πολλές χώρες) να έχουν βρει τη σωστή συνταγή για να ανταποκριθούν σε αυτές τις αλλαγές. Γεγονός είναι δε ότι πλέον και στις χώρες της Νότιας Ευρώπης το παραδοσιακό μοντέλο τους ενός εργαζόμενου-κύριου εισοδηματία αμφισβητείται σοβαρά.

Αναντίρρητα, η αύξηση του πληθυσμού είναι απαραίτητη καθώς με την αύξηση συνεπάγεται και αύξηση της κατανάλωσης και της παραγωγής. Αντίθετα, η γήρανση του πληθυσμού και η αργή ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού επιβραδύνουν το ΑΕΠ, οι νέοι σε ηλικία εργασίας καλούνται να στηρίξουν οικονομικά τους ηλικιωμένους και οι δημόσιοι προϋπολογισμοί καταπονούνται κάτω από το βάρος του υψηλότερου κόστους των προγραμμάτων υγείας και συνταξιοδότησης των ηλικιωμένων.

Η ανάγκη της δημιουργίας στρατηγικών και βιώσιμων πολιτικών στήριξης της οικογένειας και της διασφάλισης κατάλληλων προϋποθέσεων για ποιότητα ζωής σε όλα τα μέλη της συνιστά μια προτεραιότητα και μία πρόκληση, η οποία δύσκολα μπορούσε να προταθεί σε καθεστώς υλοποίησης προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής.

Αναμφίβολα, προκειμένου να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της υπογεννητικότητας που μαστίζει την ελληνική κοινωνία θα πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα:

  • Οικονομική στήριξη σε νέες οικογένειες
  • Επιδότηση σε εξωσωματικές
  • Επίδομα στις πολύτεκνες και τρίτεκνες οικογένειες
  • Βοήθεια με γονικές άδειες στους γονείς
  • Οι γονείς δεν πρέπει να θεωρούν ότι με τη γέννηση παιδιών δεσμεύονται σε γάμο ή σχέση με τον άλλον γονέα. Πρέπει να θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια.
  • Ίδρυση περισσότερων βρεφονηπιακών σταθμών έτσι ώστε να μπορούν να εργάζονται και οι δύο γονείς.
  • Σημαντική συμβολή θα είναι η οποιαδήποτε βελτίωση στην οικονομική κατάσταση, καθώς θα βοηθήσει στην επιστροφή των νέων που έφυγαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.
  • Συνεργασία δράσεων μη κερδοσκοπικών εταιριών και άλλων φορέων με τους κεντρικούς φορείς υγείας για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υπογεννητικότητας.
  • Επιμερισμός των βαρών ανάμεσα στο ζευγάρι όσον αφορά την ανατροφή του παιδιου,ανεξάρτητα οικογενειακής κατάστασης.
  • Σε περίπτωση διαζυγίου, πρέπει να υπάρχει εφαρμογή της κοινής ανατροφής και της εναλλασσόμενης κατοικίας έτσι ώστε να μην επωμίζεται όλα τα βάρη και τις ευθύνες ο ένας γονέας αλλά και ούτε να υπάρχει αποκλειστική επιμέλεια, με την αφαίρεση της γονικής ιδιότητας από τον άλλον γονέα. Αν δεν υπάρχει επιμερισμός των βαρών και για τους διαζευγμένους, τότε δε θα επιχειρήσουν να κάνουν κι άλλο παιδί σε μία νέα οικογένεια είτε λόγω δυσκολιών για τον γονέα που έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την ανατροφή του τέκνου, είτε λόγω εμπειρίας για τον γονέα που του αφαιρέθηκε η γονική ιδιότητα.


Το υψηλό επίπεδο υποστήριξης που παρέχεται στους εργαζόμενους γονείς στις Σκανδιναβικές χώρες, αντιπαραβάλλεται με το χαμηλό επίπεδο παροχών στη νότια Ευρώπη και σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία, όπου η αυξανόμενη πίεση της οικογενειακής ζωής από τις ώρες απασχόλησης, τις επισφαλείς, προσωρινές ή ευέλικτες θέσεις εργασίας και την ανασφάλεια των προσωπικών εισοδηματων είναι εντονότερες. Στις Σκανδιναβικές χώρες, για παράδειγμα, οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν πλήρη απασχόληση και ιδία δικαιώματα αναφορικά με την άδεια και τις παροχές φροντίδας παιδιών. Στην Ολλανδία η γυναικεία απασχόληση έχει σημειώσει αύξηση αλλά πολλές γυναίκες με παιδιά έχουν μόνο μερική απασχόληση. Στη Γαλλία πολλές θέσεις γυναικών μετατράπηκαν από πλήρους σε μερικής απασχόλησης.

Οι οικογενειακές πολιτικές μπορούν να προωθήσουν την ίση κατανομή τόσο της αμειβόμενης όσο και της μη αμειβόμενης (φροντίδα σπιτιού) εργασίας μεταξύ του ζευγαριού, συμπεριλαμβανομένης της φύλαξης των παιδιών (Bettio και Plantenga 2004, Hantrais 2007). Άδεια που σχετίζεται επίσης με τον τοκετό και την απόκτηση τέκνου μπορεί να σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποφευχθούν οι μεγάλης διάρκειας απουσίες από τον χώρο εργασίας και να ενθαρρυνθεί η εφαρμογή του μέτρου για τους πατέρες μέσω αμειβόμενης, «υπό προϋποθέσεις» γονικής άδειας, η οποία θα χάνεται αν δεν χρησιμοποιηθεί (Moss και Coram 2008, Ray, Gornick και Schmitt, 2009). Τα συστήματα φορολογίας και παροχών είναι επίσης σημαντικά εργαλεία για την προώθηση της ισότητας των φύλων —για παράδειγμα, μέσα από διαφοροποίηση των φορολογικών συντελεστών που εφαρμόζονται στο πρώτο και στο δεύτερο εισόδημα του νοικοκυριού.

Η αύξηση της γονιμότητας σπάνια τέθηκε ως ένας ρητός στόχος των πολιτικών οικογενειακής υποστήριξης. Στην Ευρώπη πάντως η συνειδητοποίηση της ανάγκης για μεγαλύτερη γονιμότητα έχει απασχολήσει πολύ τον δημόσιο διάλογο και τις αναζητήσεις και για το πώς αυτή μπορεί να υποστηριχθεί. 

Δύο απόψεις κυριαρχούν στο ζήτημα αυτό.

Πρώτον, η πραγματική γονιμότητα υπολείπεται της επιθυμητής -δηλαδή των παιδιών που οι γονείς θα επιθυμούσαν να αποκτήσουν. Το χάσμα αυτό θεωρείται ότι είναι πολύ πιθανό να κλείσει με κατάλληλο σχεδιασμό και εφαρμογή μέτρων πολιτικής (D’Addio και Mirad’Ercole 2005, Gauthier και Philipov, 2008).

Δεύτερον, η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό δεν αποτελεί απαραιτήτως εμπόδιο στην αύξηση των γεννήσεων, αφού συγκριτικά υψηλά επίπεδα γονιμότητας παρατηρούνται σε ορισμένες χώρες όπου τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών είναι επίσης υψηλά.

Παντού στην Ευρώπη η γονιμότητα έχει πέσει εδώ και πολλές δεκαετίες κάτω από το «όριο αναπλήρωσης» των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα. Χώρες, ωστόσο, που έχουν καταφέρει να διατηρήσουν υψηλότερους δείκτες γονιμότητας είναι η Σουηδία (1,85) και η Γαλλία (1,92). Αυτό το έχουν επιτύχει καθώς εφαρμόζουν πολιτικές στήριξης των οικογενειών και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των σύγχρονων, πολύμορφων νοικοκυριών.

Οι πολιτικές για τη γονιμότητα και τη στήριξη της οικογένειας κατά κανόνα ταξινομούνται σε τρεις άξονες:

1) Κοινωνική και οικονομική ενεργητική προστασία των οικογενειών
2) Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.
3) Υποστήριξη της μητρότητας και θετικό περιβάλλον για την οικογενειακή ζωή.

Στις επιτυχημένες περιπτώσεις οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται στην κάθε κοινωνία και δεν προσπαθούν να τις αντιστρέψουν. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, καθώς μέρος του δημόσιου διαλόγου για το θέμα της γονιμότητας διεθνώς τείνει να δίνει έμφαση στην επιστροφή παρωχημένων οικογενειακών και κοινωνικών προτύπων, μια επιστροφή που για τις σύγχρονες κοινωνίες εκτός από ανεπιθύμητη είναι πιθανότατα και ανέφικτη.

Στη Σουηδία, για παράδειγμα, "η οικογενειακή πολιτική ποτέ δεν έχει κατευθυνθεί στοχευμένα στην ενθάρρυνση της τεκνοποίησης", γράφουν οι ερευνητές, "αλλά αντίθετα αποσκοπεί στην ενίσχυση της πρόσβασης των γυναικών στην αγορά εργασίας και στην προώθηση της ισότητας των φύλων". Το σύστημα εκεί -εδώ και δεκαετίες μάλιστα- δεν προσπαθεί να ενθαρρύνει τις οικογένειες να κάνουν παιδιά per se, αλλά προσπαθεί αντίθετα να τους προσφέρει την σωστά σχεδιασμένη στήριξη και πρόσβαση σε υποδομές ώστε να έχουν οι γονείς την ευχέρεια να επιλέξουν πότε θα κάνουν παιδιά, και πόσα. Σε όλες τις Σκανδιναβικές χώρες θεωρείται αυτονόητο ότι και οι δύο γονείς εργάζονται και αναλαμβάνουν τη φροντίδα των παιδιών τους από κοινού, ενώ όλα τα παιδιά δικαιούνται υψηλής ποιότητας φροντίδα και εκπαίδευση από πολύ πρώιμη ηλικία. Στη Σουηδία, μάλιστα, υπάρχει αμειβόμενη γονική άδεια για τους πατέρες από το 1974. Αυτή η προσέγγιση έχει αποτέλεσμα: ο δείκτης γονιμότητας το 2016 στη χώρα ήταν 1,85 παιδιά ανά γυναίκα. (ΒΗΜΑ ΙΑΝ 2019



    Το Παράδειγμα της Σουηδίας: Πολιτική σε Τρεις Διαστάσεις

Η οικογενειακή πολιτική της Σουηδίας συχνά επικροτείται για την ικανότητά της να δημιουργεί δυνατότητες συμφιλίωσης μεταξύ της εργασίας και της οικογένειας. Αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στην ισότητα του πατέρα και της μητέρας τόσο στον επαγγελματικό βίο όσο και στα οικογενειακά καθήκοντα. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, εφαρμόζονται πολιτικές που επιτρέπουν καλύτερο συνδυασμό του εργασιακού και του οικογενειακού βίου, καθώς και ευκολότερη επιστροφή στην εργασία έπειτα από γονική άδεια.

Η Σουηδία ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που καθιέρωσε το 1974 την αμειβόμενη γονική άδεια και για τους πατέρες. Οι πολιτικές αυτές στηρίχθηκαν σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις των γονικών αδειών, των δημόσιων υπηρεσιών φύλαξης των νηπίων, της ειδικής φορολογίας για τις οικογένειες (κατάργηση της κοινής φορολόγησης ήδη από το 1971) και του οικογενειακού δικαίου. Έχει να επιδείξει αξιόλογα αποτελέσματα καθώς από την εφαρμογή της έχει προκύψει θετική συσχέτιση μεταξύ της συνολικής διάρκειας της γονικής άδειας και της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό (Ruhm και Teague, 1995). Η προσιτή δημόσια παιδική μέριμνα με υψηλή διαθεσιμότητα για τα μικρότερα παιδιά έχει επίσης αποδειχθεί ότι αυξάνει την απασχόληση της μητέρας (Kangas και Rostgaard, 2007). Το 1990, περισσότερο από το ήμισυ (57%) όλων των παιδιών ηλικίας 1-6 ετών απολάμβανε τη δημόσια παρεχόμενη ημερήσια παιδική φροντίδα. Το 1997, το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 73%. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά υπήρξαν σημαντικές αναδιαρθρώσεις ως προς τις εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που εφαρμόζονται και τον τρόπο λειτουργίας των υφιστάμενων δομών.

Μέχρι αρκετά πρόσφατα, οι παρεχόμενες υπηρεσίες φροντίδας παιδιών εξυπηρετούσαν τους εργαζόμενους γονείς και έδιναν έμφαση στην ανατροφή των παιδιών αντί της εκπαίδευσής τους. Σήμερα, η σουηδική προσέγγιση σε παιδιά προσχολικής ηλικίας (Educare) συνδυάζει την ανατροφή των παιδιών με την παιδαγωγική τους ανάπλαση. Το 2008, πραγματοποιήθηκαν αξιοσημείωτες μεταρρυθμίσεις με στόχο την ενίσχυση της εκπαιδευτικής ποιότητας της φροντίδας των παιδιών και εισήχθη το σύστημα με κουπόνι, το οποίο παρέχει στους γονείς περισσότερες επιλογές (ιδιωτικά ή δημόσια νηπιαγωγεία). Το 2012, το 84% των παιδιών ηλικίας 1-5 ετών πήγαιναν στο νηπιαγωγείο, ποσοστό πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά και πάνω ακόμη και από τους στόχους της ΕΕ όσον αφορά την παροχή παιδικής φροντίδας. Το αντίστοιχο ποσοστό για το 2002 ήταν 75%.

Η οικογενειακή πολιτική έχει τρεις διαστάσεις: άμεση στήριξη της οικογένειας και των παιδιών, στήριξη των εργαζόμενων γονέων με τη μορφή αμειβόμενων γονικών αδειών και επιμερισμό αυτού του δικαιώματος σε γονική άδεια μετ’ αποδοχών μεταξύ του πατέρα και της μητέρας. Το αποτέλεσμα, όπως έχει τονιστεί, ήταν υψηλός βαθμός συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, μεγαλύτερη συμμετοχή του πατέρα στη φροντίδα των νηπίων, δείκτες γονιμότητας ανώτεροι από τον μέσο όρο στην ΕΕ και μείωση της παιδικής φτώχειας. Η γονική ασφάλιση περιλαμβάνει οικονομική αποζημίωση στους γονείς, η οποία καταβάλλεται για συνολικά 480 ημέρες για κάθε παιδί που γεννιέται. Για τις 390 ημέρες από τις 480, καταβάλλεται αποζημίωση για το 80% του μισθού τους, ενώ για τις υπόλοιπες 90 ημέρες καταβάλλεται ένα πάγιο ποσό που είναι χαμηλότερο αλλά ίσο σε όλους τους γονείς ανεξαρτήτως εισοδήματος. Χρήση του δικαιώματος γονικής άδειας μπορούν να κάνουν είτε οι μητέρες είτε οι πατέρες (Μιχαηλάκης, 2018).

Ο εργαζόμενος που είναι σε γονική άδεια δικαιούται να επιστρέψει στην ίδια εργασία, ενώ μπορεί να κάνει διακανονισμό του μισθού για να μην μείνει πίσω μισθολογικά. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα γενναιόδωρο και ιδιαίτερα φιλικό προς το παιδί σύστημα. Παράλληλα, με την ανάπτυξη της δημόσιας παιδικής μέριμνας αναβαθμίστηκε και διευρύνθηκε η εκπαίδευση νηπιαγωγών. Υπάρχει γενική εκτίμηση στη σουηδική πολιτική ότι όσοι ασχολούνται με τη φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων ή ασθενών πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους με μεγάλο επαγγελματισμό κάτι που συνεπάγεται αναβαθμισμένη εκπαίδευση. Είναι λίαν ασυνήθιστο στη Σουηδία οι παππούδες ή οι γιαγιάδες να αναλαμβάνουν την φροντίδα των εγγονών τους. Αυτό εν μέρει εξαρτάται από την κοινωνική εξέλιξη -τα παιδιά δεν ζουν πλέον κοντά στους γονείς τους– αλλά εν μέρει οφείλεται επίσης στην προαναφερθείσα επαγγελματοποίηση της φροντίδας των παιδιών (Μιχαηλάκης, 2018).

Ο Andersson (2018), αναφορικά με το σουηδικό μοντέλο υπογραμμίζει ότι είναι βιώσιμο καθώς συνδυάζει σχετικά υψηλή γονιμότητα και υψηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας για γυναίκες και άντρες που μπορούν να εναρμονίζουν την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή. Παράλληλα, οι υφιστάμενες υποδομές βοηθούν στην επίτευξη της εν λόγω εναρμόνισης δεδομένου ότι και η ισότητα φύλων είναι κατά κανόνα αυτονόητη στη σουηδική κοινωνία.


Διεθνώς, οι πολιτικές για τη στήριξη οικογένειας συνήθως έχουν έξι στόχους:

  1. Μείωση της φτώχειας και εισοδηματική υποστήριξη
  2. Άμεση αποζημίωση για το οικονομικό κόστος των παιδιών
  3. Προώθηση της απασχόλησης, ειδικά για γυναίκες
  4. Μεγαλύτερη ισότητα των φύλων
  5. Υποστήριξη ανάπτυξης για την πρώιμη παιδική ηλικία
  6. Αύξηση της γεννητικότητας

Γενικά, τα μέτρα οικογενειακής πολιτικής πρέπει σε γενικές γραμμές να στοχεύουν στην ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος. Αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας -όταν οι άμεσες ανάγκες μιας οικογένειας καλύπτονται, η ανησυχία για το μέλλον μειώνεται και η απόφαση τεκνοποίησης γίνεται ευκολότερη. Επιπλέον και στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να αντιμετωπίζεται το υψηλό κόστος φροντίδας και ανατροφής του παιδιού, ενώ πρέπει να στηρίζεται και η οικογενειακή ζωή, περιορίζοντας τις θυσίες στα επαγγελματικά και προσωπικά θέματα που καλούνται να κάνουν οι γονείς. Ο στόχος είναι τα ζευγάρια -και μάλιστα ειδικά τα νέα ζευγάρια- που επιθυμούν να κάνουν παιδί να μπορούν να πάρουν την απόφαση νωρίτερα ώστε να έχουν μεγαλύτερο περιθώριο, αν θέλουν, να κάνουν και δεύτερο ή και τρίτο στο μέλλον.

  Στην Ελλαδα σήμερα 

Στη δική μας χώρα, συγκεκριμένα, η έρευνα υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να καταπολεμηθεί η έλλειψη προσιτών και προσβάσιμων υπηρεσιών φροντίδας και εκπαίδευσης παιδιών, να αναπροσαρμοστούν τα χαμηλά επίπεδα οικονομικών παροχών και επιδομάτων και οι μικρές γονικές άδειες με χαμηλά επιδόματα και να καταργηθούν πολιτικές που κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, οδηγώντας τις Ελληνίδες στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο να συνδυάσουν την απασχόληση με τη μητρότητα.

Οι συνέπειες της σημερινής κατάστασης είναι οφθαλμοφανείς και στα στοιχεία. Οι Ελληνίδες έχουν το μικρότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τις Ιταλίδες. Το 2017, το ποσοστό των Ελληνίδων με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης που συμμετείχαν στην αγορά εργασίας ήταν 68%, ένα ποσοστό που μοιάζει υψηλό, αλλά βεβαίως υπολείπεται δραματικά του 90% που είναι το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες. (ΒΗΜΑ ΙΑΝ 2019 ) 


Εχουν ήδη νομοθετηθεί μέτρα που επικεντρώνονται στον γονέα / στους γονείς με στόχο την εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή: πχ Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής. Ειδικές άδειες για γονείς και φροντιστές, όπως η άδεια 14 ημερών νέου πατέρα, η άδεια 2 ημερών για λόγους ανωτέρας βίας και η άδεια 7 ημερών για υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. (Ν 4808/21) 

Γονικές Άδειες, μεγαλώματος του παιδιού /των παιδιών και κατοχύρωση της επανόδου στην πρότερη της εγκυμοσύνης εργασία, άδειες διακοπών, επιδόματα φύλαξης των παιδιών, ύπαρξη επαρκών ποιοτικών δομών για τη μόνιμη φιλοξενία και δημιουργική απασχόληση όλων των παιδιών προσχολικής ηλικίας, παιδικές κατασκηνώσεις, ανάπτυξη δομών για τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας εντός και εκτός σχολείου, ευέλικτα για τους γονείς ωράρια εργασίας και άδειες μικρής διάρκειας για οικογενειακούς λόγους, ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για την αποφυγή διακρίσεων στο πεδίο της εργασίας. Μενει να εφαρμοστούν και να φανει στην πραξη η θετική επιδραση. 

Εχουν επισης  ήδη νομοθετηθεί παρεμβάσεις που στοχεύουν στο παιδί και στο γονικό λειτούργημα.

Αυτές αφορούν γενικότερα τη δημιουργία ευνοϊκού για το παιδί και τον γονέα /τους γονείς του περιβάλλοντος για το μεγάλωμα των παιδιών τους. Π.χ., πολεοδόμηση με ασφαλείς δημόσιους χώρους προσβάσιμους στα παιδιά και στους συνοδούς τους (πλατείες, παιδικές χαρές, αθλοπαιδιές, πάρκα με άλλες δραστηριότητες για τον ελεύθερο χρόνο), χωροθέτηση των δομών προσχολικής και μικρής ηλικίας λαμβάνοντας υπόψη τη χωρική κατανομή των γονέων για την ελαχιστοποίηση του χρόνου μετακίνησης,

Επίσης εχουν νομοθετειθεί σημαντικά θεσμικά μέτρα που αποσκοπούν στη διεύρυνση της ισότητας των δύο φύλων ­ εκτός αυτών που αναφέρονται στην οικονομική σφαίρα ­ και ιδιαίτερα στην ισότητα στο πλαίσιο της συμβίωσης, ανάπτυξης θετικών προσεγγίσεων απέναντι στο παιδί και στο γονικό λειτούργημα. πχ ν. 4800/21


   

   Η υπογεννητικότητα μαστίζει την κοινωνία μας στη σημερινή εποχή. Η ανασφάλεια , η οικονομική κυρίως, των ζευγαριών καθώς και το αβέβαιο μέλλον εντείνουν το συγκεκριμένο φαινόμενο καθώς ο φόβος δεν αφήνει τους ανθρώπους να προχωρήσουν στη δημιουργία οικογένειας. Έχει διαφορά από επιλογή το ζευγάρι να μη θέλει να κάνει παιδιά από το να το επιθυμεί και να μην του το επιτρέπει η αβεβαιότητα των καιρών που βιώνουμε. Τα παιδιά είναι το μέλλον και για να μπορέσουμε να καταπολεμήσουμε την υπογεννητικότητα και τα προβλήματα που αποφέρει ,πρέπει να αναλογιστούμε τα αίτια της αλλά κυρίως οφείλουμε να συνδράμουμε στις λύσεις για την αντιμετώπισή της. Η από κοινού φροντίδα των παιδιών ανεξάρτητα οικογενειακής κατάστασης ως κύριο κανόνα ανατροφής στην καθημερινή πρακτική  αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τον επιμερισμό των βαρών ανατροφής και την εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Στόχος είναι να γεννιόνται τουλάχιστον 2-3 παιδιά ανά γυναίκα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οφείλει να τα αναθρέψει μόνη της σε βάρος της προσωπικής και επαγγελματικής της ζωής. Όπως και να έχει η εμπέδωση ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δυο γονείς και ότι και οι γονείς έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο, ώστε επιμερίζοντας εξίσου τα βάρη να αντεπεξέλθουν στο δύσκολο έργο ανατροφής 2-3 παιδιών τουλάχιστον, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα εμποδίζονται στην επαγγελματική τους ζωή ακόμα και στην συνηθισμένη περίπτωση του διαζυγίου. Οι ανασυσταμένες οικογένειες είναι μια ακόμη σύγχρονη πραγματικότητα. Όμως θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές που να ευνοούν τις εκ νέου προσπάθειες τεκνοποίησης από τους ήδη (διαζευγμένους) γονείς ώστε με ασφάλεια να φτάσουμε στην αύξηση των γεννήσεων χωρίς χρονικές καθυστερήσεις.


  Ας οραματιστούμε έναν κόσμο καλύτερο μαζί με τα παιδιά μας! 

Τα πολλά παιδιά μας !!!! 


Βιβλιογραφία





Το άρθρο αυτό εχει γραφτεί για το ΓΟΝ.ΙΣ. απο την 

Νίκη Παναγοπούλου Παν Πελ/νησου Τμ. Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής

ΙΟΥΝΙΟΣ 2021

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ

Θα μας ενδιέφερε η άποψή σας για το παραπάνω κείμενο.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Tο gonis.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το gonis.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.